ανεφοδιάζω
•
- παρέχω τα εφόδια που χρειάζεται κάποιος εκ νέου, αναπληρώ τα αναλώσιμα που καταναλώθηκαν, δαπανήθηκαν ή πάντως τελείωσαν Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ανεφοδιάζω < αν- (ανά) + εφοδιάζω, μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική approvisionner
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ανεφοδιάζω | ανεφοδιάζεις | ανεφοδιάζει | ανεφοδιάζουμε | ανεφοδιάζετε | ανεφοδιάζουν / ανεφοδιάζουνε |
| Παρατατικός | ανεφοδίαζα | ανεφοδίαζες | ανεφοδίαζε | ανεφοδιάζαμε | ανεφοδιάζατε | ανεφοδίαζαν / ανεφοδιάζαν / ανεφοδιάζανε |
| Αόριστος | ανεφοδίασα | ανεφοδίασες | ανεφοδίασε | ανεφοδιάσαμε | ανεφοδιάσατε | ανεφοδίασαν / ανεφοδιάσαν / ανεφοδιάσανε |
| Μέλλοντας | θα ανεφοδιάζω / θα ανεφοδιάσω | θα ανεφοδιάζεις / θα ανεφοδιάσεις | θα ανεφοδιάζει / θα ανεφοδιάσει | θα ανεφοδιάζουμε / θα ανεφοδιάσουμε | θα ανεφοδιάζετε / θα ανεφοδιάσετε | θα ανεφοδιάζουν / θα ανεφοδιάζουνε / θα ανεφοδιάσουν / θα ανεφοδιάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ανεφοδιάσει | έχεις ανεφοδιάσει | έχει ανεφοδιάσει | έχουμε ανεφοδιάσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ανεφοδιάσει | είχες ανεφοδιάσει | είχε ανεφοδιάσει | είχαμε ανεφοδιάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ανεφοδιάσει / να ανεφοδιάζω / να ανεφοδιάσω | να έχεις ανεφοδιάσει / να ανεφοδιάζεις / να ανεφοδιάσεις | να έχει ανεφοδιάσει / να ανεφοδιάζει / να ανεφοδιάσει | να έχουμε ανεφοδιάσει / να ανεφοδιάζουμε / να ανεφοδιάσουμε | να ανεφοδιάζετε / να ανεφοδιάσετε | να ανεφοδιάζουν / να ανεφοδιάζουνε / να ανεφοδιάσουν / να ανεφοδιάσουνε |
| Προστακτική | — | ανεφοδίαζε / ανεφοδίασε | — | — | ανεφοδιάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
ανεφοδιάζομαιανεφοδιάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →