εφοδιάζω
•
- δίνω σε κάποιον τα απαραίτητα εφόδια (υλικά, ηθικά ή πνευματικά) Βικιλεξικό
- δίνω σε κάποιον κάποιο απαραίτητο έγγραφο Βικιλεξικό
- εξοπλίζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εφοδιάζω < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἐφοδιάζω (αρχαία σημασία: ειδικά για ταξίδι) < ἐφόδιον < ἐπί + ὁδός
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | εφοδιάζω | εφοδιάζεις | εφοδιάζει | εφοδιάζουμε | εφοδιάζετε | εφοδιάζουν / εφοδιάζουνε |
| Παρατατικός | εφοδίαζα | εφοδίαζες | εφοδίαζε | εφοδιάζαμε | εφοδιάζατε | εφοδίαζαν / εφοδιάζαν / εφοδιάζανε |
| Αόριστος | εφοδίασα | εφοδίασες | εφοδίασε | εφοδιάσαμε | εφοδιάσατε | εφοδίασαν / εφοδιάσαν / εφοδιάσανε |
| Μέλλοντας | θα εφοδιάζω / θα εφοδιάσω | θα εφοδιάζεις / θα εφοδιάσεις | θα εφοδιάζει / θα εφοδιάσει | θα εφοδιάζουμε / θα εφοδιάσουμε | θα εφοδιάζετε / θα εφοδιάσετε | θα εφοδιάζουν / θα εφοδιάζουνε / θα εφοδιάσουν / θα εφοδιάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω εφοδιάσει | έχεις εφοδιάσει | έχει εφοδιάσει | έχουμε εφοδιάσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα εφοδιάσει | είχες εφοδιάσει | είχε εφοδιάσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω εφοδιάσει / να εφοδιάζω / να εφοδιάσω | να έχεις εφοδιάσει / να εφοδιάζεις / να εφοδιάσεις | να έχει εφοδιάσει / να εφοδιάζει / να εφοδιάσει | να έχουμε εφοδιάσει / να εφοδιάζουμε / να εφοδιάσουμε | να εφοδιάζετε / να εφοδιάσετε | να εφοδιάζουν / να εφοδιάζουνε / να εφοδιάσουν / να εφοδιάσουνε |
| Προστακτική | — | εφοδίαζε / εφοδίασε | — | — | εφοδιάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
εφοδιάστηκαεφοδιάζομαιεφοδιάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →