ανηολόγητος
•
- ναυτικός όροςπου δεν έχει νηολογηθεί ή δεν μπορεί να νηολογηθεί, να γραφεί σε νηολόγιο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ανηολόγητος < α- + νηολογώ + -τος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ανηολόγητος | ανηολόγητη | ανηολόγητο |
| Γενική | ανηολόγητου | ανηολόγητης | ανηολόγητου |
| Αιτιατική | ανηολόγητο | ανηολόγητη | ανηολόγητο |
| Κλητική | ανηολόγητε | ανηολόγητη | ανηολόγητο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ανηολόγητοι | ανηολόγητες | ανηολόγητα |
| Γενική | ανηολόγητων | ανηολόγητων | ανηολόγητων |
| Αιτιατική | ανηολόγητους | ανηολόγητες | ανηολόγητα |
| Κλητική | ανηολόγητοι | ανηολόγητες | ανηολόγητα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →