νηολογημένος
•
- ναυτικός όροςπου έχει νηολογηθεί ή μπορεί να νηολογηθεί, να γραφεί σε νηολόγιο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
νηολογημένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος νηολογώ
Άλλοι τύποι
νηολογημένανηολογημένενηολογημένεςνηολογημένηνηολογημένηςνηολογημένονηολογημένοινηολογημένοςνηολογημένουνηολογημένουςνηολογημένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →