ανησυχώ
•
- αμετάβατοβρίσκομαι σε ανησυχία, διακατέχομαι από κάποια αγωνία ή φόβο Βικιλεξικό
- Μην ανησυχείς, όλα θα πάνε καλά.
- μεταβατικόπροκαλώ ανησυχία, αγωνία σε κάποιον Βικιλεξικό
- Έλαβα ένα μήνυμα που με ανησύχησε.
- μεταβατικόαναστατώνω κάποιον, χαλάω την ησυχία κάποιου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ανησυχώ < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα ἀνησυχῶ < ανήσυχ(ος) + -ώ & μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική inquiéter, s'inquiéter :* για τη σημασία «αναστατώνω, χαλάω την ησυχία» < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική troubler
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ανησυχώ | ανησυχείς | ανησυχεί | ανησυχούμε | ανησυχείτε | ανησυχούν / ανησυχούνε |
| Παρατατικός | ανησυχούσα | ανησυχούσες | ανησυχούσε | ανησυχούσαμε | ανησυχούσατε | ανησυχούσαν / ανησυχούσανε |
| Αόριστος | ανησύχησα | ανησύχησες | ανησύχησε | ανησυχήσαμε | ανησυχήσατε | ανησυχήσαν / ανησυχήσανε / ανησύχησαν |
| Μέλλοντας | θα ανησυχήσω / θα ανησυχώ | θα ανησυχήσεις / θα ανησυχείς | θα ανησυχήσει / θα ανησυχεί | θα ανησυχήσουμε / θα ανησυχούμε | θα ανησυχήσετε / θα ανησυχείτε | θα ανησυχήσουν / θα ανησυχήσουνε / θα ανησυχούν / θα ανησυχούνε |
| Παρακείμενος | έχω ανησυχήσει | έχεις ανησυχήσει | έχει ανησυχήσει | έχουμε ανησυχήσει | έχετε ανησυχήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ανησυχήσει | είχες ανησυχήσει | είχε ανησυχήσει | είχαμε ανησυχήσει | είχατε ανησυχήσει | — |
| Υποτακτική | να έχω ανησυχήσει / να ανησυχήσω / να ανησυχώ | να έχεις ανησυχήσει / να ανησυχήσεις / να ανησυχείς | να έχει ανησυχήσει / να ανησυχήσει / να ανησυχεί | να έχουμε ανησυχήσει / να ανησυχήσουμε / να ανησυχούμε | να έχετε ανησυχήσει / να ανησυχήσετε / να ανησυχείτε | να ανησυχήσουν / να ανησυχήσουνε / να ανησυχούν / να ανησυχούνε |
| Προστακτική | — | ανησύχησε | — | — | ανησυχήστε / ανησυχείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →