Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανηφορικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει κάποια κλίση προς τα πάνω Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάδύσκολος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ανηφορικός < ανήφορος + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανηφορικόςανηφορικήανηφορικό
Γενικήανηφορικούανηφορικήςανηφορικού
Αιτιατικήανηφορικόανηφορικήανηφορικό
Κλητικήανηφορικέανηφορικήανηφορικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανηφορικοίανηφορικέςανηφορικά
Γενικήανηφορικώνανηφορικώνανηφορικών
Αιτιατικήανηφορικούςανηφορικέςανηφορικά
Κλητικήανηφορικοίανηφορικέςανηφορικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →