Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανθίζω

/anˈθi.zo/ρήμα
•
  1. για φυτάβγάζω άνθη Βικιλεξικό
    • «Οι κερασιές θ' ανθίσουν και φέτος», τίτλος μυθιστορήματος του Μενέλαου Λουντέμη.
    • Νύφη τα μαγουλάκια σου σα ρόδα κοκκινίζουν / μοιάζουν εκατοντάφυλλα που τον Απρίλη ανθίζουν. (Οι μαντινάδες: κρητική δημοτική ποίηση, εκδ. Βιβλιοεκδοτική Α.Ε., Μ και Γ. Αναστασάκης, 1994, σελ. 213 )
  2. μεταφορικάομορφαίνω, αναπτύσσομαι, ακμάζω, φτάνω στην καλύτερη εποχή μου Βικιλεξικό
    • Στα Κυκλαδονήσια άνθισε κατά την τρίτη χιλιετία π.Χ. ένας ιδιαίτερος και πρωτότυπος πολιτισμός.

Ετυμολογία

ανθίζω < Κατά τον Πετρούνια, (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ἀνθίζω (στρώνω με λουλούδια) μέσω του μεσαιωνικού ἀθίζω και με λόγια επίδραση ⟨νθ⟩ κατα το αρχαίο ρήμα < ἄνθ(ος) + -ίζω. Δείτε και ανθός, ἀθός, ἀνθός : Κατά τον Ανδριώτη και τον Μπαμπινιώτη, (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ἀνθίζω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςανθίζωανθίζειςανθίζειανθίζουμεανθίζετεανθίζουν / ανθίζουνε
Παρατατικόςάνθιζαάνθιζεςάνθιζεανθίζαμεανθίζατεάνθιζαν / ανθίζαν / ανθίζανε
Αόριστοςάνθισαάνθισεςάνθισεανθίσαμεανθίσατεάνθισαν / ανθίσαν / ανθίσανε
Μέλλονταςθα ανθίζω / θα ανθίσωθα ανθίζεις / θα ανθίσειςθα ανθίζει / θα ανθίσειθα ανθίζουμε / θα ανθίσουμεθα ανθίζετε / θα ανθίσετεθα ανθίζουν / θα ανθίζουνε / θα ανθίσουν / θα ανθίσουνε
Παρακείμενοςέχω ανθίσειέχεις ανθίσειέχει ανθίσειέχουμε ανθίσειέχετε ανθίσει—
Υπερσυντέλικοςείχα ανθίσειείχες ανθίσειείχε ανθίσειείχαμε ανθίσει——
Υποτακτικήνα έχω ανθίσει / να ανθίζω / να ανθίσωνα έχεις ανθίσει / να ανθίζεις / να ανθίσειςνα έχει ανθίσει / να ανθίζει / να ανθίσεινα έχουμε ανθίσει / να ανθίζουμε / να ανθίσουμενα έχετε ανθίσει / να ανθίζετε / να ανθίσετενα ανθίζουν / να ανθίζουνε / να ανθίσουν / να ανθίσουνε
Προστακτική—άνθιζε / άνθισε——ανθίζετε / ανθίστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →