ανθολογώ
•
- παρωχημένομαζεύω λουλούδια Βικιλεξικό
- μεταφορικάσυλλέγω αντιπροσωπευτικά ή ενδιαφέροντα κείμενα (ποιήματα ή πεζά), προκειμένου να καταρτίσω μια ανθολογία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ανθολογώ < αρχαία ελληνική ἀνθολογέω / ἀνθολογῶ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ανθολογώ | ανθολογείς | ανθολογεί | ανθολογούμε | ανθολογείτε | ανθολογούν / ανθολογούνε |
| Παρατατικός | ανθολογούσα | ανθολογούσες | ανθολογούσε | ανθολογούσαμε | ανθολογούσατε | ανθολογούσαν / ανθολογούσανε |
| Αόριστος | ανθολόγησα | ανθολόγησες | ανθολόγησε | ανθολογήσαμε | ανθολογήσατε | ανθολογήσαν / ανθολογήσανε / ανθολόγησαν |
| Μέλλοντας | θα ανθολογήσω / θα ανθολογώ | θα ανθολογήσεις / θα ανθολογείς | θα ανθολογήσει / θα ανθολογεί | θα ανθολογήσουμε / θα ανθολογούμε | θα ανθολογήσετε / θα ανθολογείτε | θα ανθολογήσουν / θα ανθολογήσουνε / θα ανθολογούν / θα ανθολογούνε |
| Παρακείμενος | έχω ανθολογήσει | έχεις ανθολογήσει | έχει ανθολογήσει | έχουμε ανθολογήσει | έχετε ανθολογήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ανθολογήσει | είχες ανθολογήσει | είχε ανθολογήσει | είχαμε ανθολογήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ανθολογήσει / να ανθολογήσω / να ανθολογώ | να έχεις ανθολογήσει / να ανθολογήσεις / να ανθολογείς | να έχει ανθολογήσει / να ανθολογήσει / να ανθολογεί | να έχουμε ανθολογήσει / να ανθολογήσουμε / να ανθολογούμε | να έχετε ανθολογήσει / να ανθολογήσετε / να ανθολογείτε | να ανθολογήσουν / να ανθολογήσουνε / να ανθολογούν / να ανθολογούνε |
| Προστακτική | — | ανθολόγει / ανθολόγησε | — | — | ανθολογήστε / ανθολογείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →