Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανθοστόλιστος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει στολιστεί με άνθη, με λουλούδια Βικιλεξικό
    • 21ος αιώνας, Μάρα Μεϊμαρίδη, Οι Μάγισσες της Σμύρνης, (αρχική έκδοση: 2002), εκδόσεις: Καστανιώτη, 2011, ISBN: 9789600322439 @google.gr/books.

Ετυμολογία

ανθοστόλιστος < άνθος + -ο- + στολίζω + -τος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανθοστόλιστοςανθοστόλιστηανθοστόλιστο
Γενικήανθοστόλιστουανθοστόλιστηςανθοστόλιστου
Αιτιατικήανθοστόλιστοανθοστόλιστηανθοστόλιστο
Κλητικήανθοστόλιστεανθοστόλιστηανθοστόλιστο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανθοστόλιστοιανθοστόλιστεςανθοστόλιστα
Γενικήανθοστόλιστωνανθοστόλιστωνανθοστόλιστων
Αιτιατικήανθοστόλιστουςανθοστόλιστεςανθοστόλιστα
Κλητικήανθοστόλιστοιανθοστόλιστεςανθοστόλιστα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →