Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανθρωπικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τον άνθρωπο ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό
  2. που ταιριάζει σε άνθρωπο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ανθρωπικός < αρχαία ελληνική ἀνθρωπικός < ἄνθρωπος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανθρωπικόςανθρωπικήανθρωπικό
Γενικήανθρωπικούανθρωπικήςανθρωπικού
Αιτιατικήανθρωπικόανθρωπικήανθρωπικό
Κλητικήανθρωπικέανθρωπικήανθρωπικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανθρωπικοίανθρωπικέςανθρωπικά
Γενικήανθρωπικώνανθρωπικώνανθρωπικών
Αιτιατικήανθρωπικούςανθρωπικέςανθρωπικά
Κλητικήανθρωπικοίανθρωπικέςανθρωπικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →