Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανθρωποκτονικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την ανθρωποκτονία ή τον ανθρωποκτόνο ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ανθρωποκτονικός < ανθρωποκτονία / ανθρωποκτόνος + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανθρωποκτονικόςανθρωποκτονικήανθρωποκτονικό
Γενικήανθρωποκτονικούανθρωποκτονικήςανθρωποκτονικού
Αιτιατικήανθρωποκτονικόανθρωποκτονικήανθρωποκτονικό
Κλητικήανθρωποκτονικέανθρωποκτονικήανθρωποκτονικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανθρωποκτονικοίανθρωποκτονικέςανθρωποκτονικά
Γενικήανθρωποκτονικώνανθρωποκτονικώνανθρωποκτονικών
Αιτιατικήανθρωποκτονικούςανθρωποκτονικέςανθρωποκτονικά
Κλητικήανθρωποκτονικοίανθρωποκτονικέςανθρωποκτονικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →