ανθρωποκτονικός
•
- που έχει σχέση με την ανθρωποκτονία ή τον ανθρωποκτόνο ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ανθρωποκτονικός < ανθρωποκτονία / ανθρωποκτόνος + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ανθρωποκτονικός | ανθρωποκτονική | ανθρωποκτονικό |
| Γενική | ανθρωποκτονικού | ανθρωποκτονικής | ανθρωποκτονικού |
| Αιτιατική | ανθρωποκτονικό | ανθρωποκτονική | ανθρωποκτονικό |
| Κλητική | ανθρωποκτονικέ | ανθρωποκτονική | ανθρωποκτονικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ανθρωποκτονικοί | ανθρωποκτονικές | ανθρωποκτονικά |
| Γενική | ανθρωποκτονικών | ανθρωποκτονικών | ανθρωποκτονικών |
| Αιτιατική | ανθρωποκτονικούς | ανθρωποκτονικές | ανθρωποκτονικά |
| Κλητική | ανθρωποκτονικοί | ανθρωποκτονικές | ανθρωποκτονικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →