Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανιδέαστος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν έχει ιδέα για κάτι, που δεν έχει ιδεαστεί Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ανιδέαστος < αν- (στερητικό α-) + ιδεάζω ιδεασ- + -τος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανιδέαστοςανιδέαστηανιδέαστο
Γενικήανιδέαστουανιδέαστηςανιδέαστου
Αιτιατικήανιδέαστοανιδέαστηανιδέαστο
Κλητικήανιδέαστεανιδέαστηανιδέαστο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανιδέαστοιανιδέαστεςανιδέαστα
Γενικήανιδέαστωνανιδέαστωνανιδέαστων
Αιτιατικήανιδέαστουςανιδέαστεςανιδέαστα
Κλητικήανιδέαστοιανιδέαστεςανιδέαστα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →