ιδεάζω
•
- λόγιοδίνω σε κάποιον τη γενική ιδέα ενός πράγματος, μιας κατάστασης κ.λπ. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ιδεάζω < ιδέ(α) + -άζω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ιδεάζω | ιδεάζεις | ιδεάζει | ιδεάζουμε | ιδεάζετε | ιδεάζουν / ιδεάζουνε |
| Παρατατικός | ιδέαζα | ιδέαζες | ιδέαζε | ιδεάζαμε | ιδεάζατε | ιδέαζαν / ιδεάζαν / ιδεάζανε |
| Αόριστος | ιδέασα | ιδέασες | ιδέασε | ιδεάσαμε | ιδεάσατε | ιδέασαν / ιδεάσαν / ιδεάσανε |
| Μέλλοντας | θα ιδεάζω / θα ιδεάσω | θα ιδεάζεις / θα ιδεάσεις | θα ιδεάζει / θα ιδεάσει | θα ιδεάζουμε / θα ιδεάσουμε | θα ιδεάζετε / θα ιδεάσετε | θα ιδεάζουν / θα ιδεάζουνε / θα ιδεάσουν / θα ιδεάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ιδεάσει | έχεις ιδεάσει | έχει ιδεάσει | έχουμε ιδεάσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ιδεάσει | είχες ιδεάσει | είχε ιδεάσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ιδεάσει / να ιδεάζω / να ιδεάσω | να έχεις ιδεάσει / να ιδεάζεις / να ιδεάσεις | να έχει ιδεάσει / να ιδεάζει / να ιδεάσει | να έχουμε ιδεάσει / να ιδεάζουμε / να ιδεάσουμε | να ιδεάζετε / να ιδεάσετε | να ιδεάζουν / να ιδεάζουνε / να ιδεάσουν / να ιδεάσουνε |
| Προστακτική | — | ιδέαζε / ιδέασε | — | — | ιδεάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
ιδεάστηκαιδεάζομαιιδεάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →