ανιδιοτέλεια
•
- η απουσία ιδιοτέλειας, χαρακτηριστικό του ανθρώπου του οποίου οι πράξεις δεν υπαγορεύονται από το συμφέρον ή το προσωπικό όφελος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ανιδιοτέλεια < ανιδιοτελ(ής) + -εια. Μορφολογικά αναλύεται σε αν- στερητικό + ιδιοτέλεια (μεταφραστικό δάνειο από τη γερμανική Uneigennützigkeit)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ανιδιοτέλεια | ανιδιοτέλειες |
| Γενική | ανιδιοτέλειας | ανιδιοτελειών |
| Αιτιατική | ανιδιοτέλεια | ανιδιοτέλειες |
| Κλητική | ανιδιοτέλεια | ανιδιοτέλειες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →