Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανιδιοτέλεια

/a.ni.ði.oˈte.li.a/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η απουσία ιδιοτέλειας, χαρακτηριστικό του ανθρώπου του οποίου οι πράξεις δεν υπαγορεύονται από το συμφέρον ή το προσωπικό όφελος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ανιδιοτέλεια < ανιδιοτελ(ής) + -εια. Μορφολογικά αναλύεται σε αν- στερητικό + ιδιοτέλεια (μεταφραστικό δάνειο από τη γερμανική Uneigennützigkeit)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήανιδιοτέλειαανιδιοτέλειες
Γενικήανιδιοτέλειαςανιδιοτελειών
Αιτιατικήανιδιοτέλειαανιδιοτέλειες
Κλητικήανιδιοτέλειαανιδιοτέλειες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →