Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανιδιοτελής

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν έχει ιδιοτέλεια και όφελος, που οι πράξεις του καθορίζονται από ευγενή κίνητρα και όχι από προσωπικό συμφέρον Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ανιδιοτελής < αν στερητικό + ιδιοτελής

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανιδιοτελήςανιδιοτελήςανιδιοτελές
Γενικήανιδιοτελούςανιδιοτελούςανιδιοτελούς
Αιτιατικήανιδιοτελήανιδιοτελήανιδιοτελές
Κλητικήανιδιοτελή / ανιδιοτελήςανιδιοτελήςανιδιοτελές

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανιδιοτελείςανιδιοτελείςανιδιοτελή
Γενικήανιδιοτελώνανιδιοτελώνανιδιοτελών
Αιτιατικήανιδιοτελείςανιδιοτελείςανιδιοτελή
Κλητικήανιδιοτελείςανιδιοτελείςανιδιοτελή

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →