Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανιθαγένεια

/a.ni.θaˈʝe.ni.a/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. νομικός όροςη έλλειψη ιθαγένειας Βικιλεξικό
    • Η ιθαγένεια διακρίνεται σε πολυϊθαγένεια και σε ανιθαγένεια. Πολυϊθαγένεια υπάρχει όταν ένα άτομο έχει περισσότερες από μία ιθαγένειες, ενώ ανιθαγένεια έχουμε όταν ένα πρόσωπο δεν έχει καμιά ιθαγένεια και πληροί τις προϋποθέσεις της Σύμβασης της Ν. Υόρκης του 1954, που κυρώθηκε με τον ν. 139/1975 […]

Ετυμολογία

ανιθαγένεια < απόδοση για την αγγλική statelessness. Μορφολογικά αναλύεται σε αν- στερητικό + ιθαγένεια.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήανιθαγένειαανιθαγένειες
Γενικήανιθαγένειαςανιθαγενειών
Αιτιατικήανιθαγένειαανιθαγένειες
Κλητικήανιθαγένειαανιθαγένειες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →