ανιθαγενής
•
- πρόσωπο που δεν έχει νομική ιθαγένεια κανενός κράτους Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ανιθαγενής < Μορφολογικά αναλύεται σε αν- στερητικό + ιθαγενής. → δείτε και το αγγλικό stateless
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ανιθαγενής | ανιθαγενείς |
| Γενική | ανιθαγενή / ανιθαγενούς | ανιθαγενών |
| Αιτιατική | ανιθαγενή | ανιθαγενείς |
| Κλητική | ανιθαγενή | ανιθαγενείς |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →