ανικανοποίηση
•
- λόγιοη έλλειψη ικανοποίησης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ανικανοποίηση < αν- (στερητικό α-) + ικανοποίηση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ανικανοποίηση | ανικανοποιήσεις |
| Γενική | ανικανοποίησης | ανικανοποιήσεων |
| Αιτιατική | ανικανοποίηση | ανικανοποιήσεις |
| Κλητική | ανικανοποίηση | ανικανοποιήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →