ικανοποίηση
•
- η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ικανοποιώ Βικιλεξικό
- Η Μυρτώ, αφού τελείωσε τις εργασίες της, κατευθύνθηκε με το ποδήλατό της προς την οδό Σερίφ για το μάθημα πιάνου. Καθ΄ οδόν σταμάτησε για να αγοράσει ένα καινούργιο πεντάγραμμο από το κεντρικό βιβλιοχαρτοπωλείο. Αλλά ο καταστηματάρχης δεν τη χρέωσε. Χρωστούσε ήδη πολλά στο γιατρό της, είπε. Κι εκείνη τον ευχαρίστησε θερμά και ένιωσε ικανοποίηση και υπερηφάνεια για τον πατέρα της. (Πέρσα Κουμούτση, Αλεξανδρινές φωνές στην οδό Λέψιους, εκδ. Μεταίχμιο, 2017)
- η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ικανοποιώ Βικιλεξικό
- η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ικανοποιώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ικανοποίηση < ικανοποιώ + -ση < (ελληνιστική κοινή) / ἱκανοποιῶ < αρχαία ελληνική ἱκανός (< ἱκνέομαι) + ποιέω / ποιῶ
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ικανοποίηση | ικανοποιήσεις |
| Γενική | ικανοποίησης | ικανοποιήσεων |
| Αιτιατική | ικανοποίηση | ικανοποιήσεις |
| Κλητική | ικανοποίηση | ικανοποιήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →