Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανισοπαχής

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν έχει σε όλο το μήκος του το ίδιο πάχος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ανισοπαχής < ελληνιστική κοινή ἀνισοπαχής

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανισοπαχήςανισοπαχήςανισοπαχές
Γενικήανισοπαχούςανισοπαχούςανισοπαχούς
Αιτιατικήανισοπαχήανισοπαχήανισοπαχές
Κλητικήανισοπαχή / ανισοπαχήςανισοπαχήςανισοπαχές

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανισοπαχείςανισοπαχείςανισοπαχή
Γενικήανισοπαχώνανισοπαχώνανισοπαχών
Αιτιατικήανισοπαχείςανισοπαχείςανισοπαχή
Κλητικήανισοπαχείςανισοπαχείςανισοπαχή

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →