πάχος
•
- ο περιττός και παραπανίσιος (σε σχέση με τον συνηθισμένο ή φυσιολογικό) όγκος και μάζα ενός ανθρώπινου σώματος, λόγω του συσσωρευμένου λίπους Βικιλεξικό
- τα πάχη μου, τα κάλλη μου
- μια από τις τρεις διαστάσεις ενός στερεού σώματος Βικιλεξικό
- Προσδιορισμός ιδιοτήτων ερπυσμού επικαλύψεων παραγομένων μέσω θερμικού ψεκασμού και βέλτιστη επιλογή των παχών τους (τίτλος μελέτης στο Τμήμα Μηχανολόγων Μηχανικών της Πολυτεχνικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης (2002))
- το πλάτος μιας γραμμής Βικιλεξικό
- το λίπος που υπάρχει σε κάποιο ζωικό κρέας που προορίζεται για βρώση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πάχος < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική πᾰ́χος < παχύς
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πάχος | πάχη |
| Γενική | πάχους | παχών |
| Αιτιατική | πάχος | πάχη |
| Κλητική | πάχος | πάχη |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →