ανιστορώ
•
- λογοτεχνικόαφηγούμαι, διηγούμαι Βικιλεξικό
- Μα, να στ' ανιστορήσω απ' την αρχή, αφού νοιάζεσαι να καταγράφεις κάτι τέτοια. (Γιάννης Γουδέλης, Τα μάτια της δίδυμης)
- εικονογραφώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ανιστορώ < (ελληνιστική κοινή) / ἀνιστορῶ < αρχαία ελληνική ἱστορέω / ἱστορῶ < ἵστωρ
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →