Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανισόδομος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. αρχιτεκτονικήγια τοιχοποιία που έχει φτιαχτεί με λίθους άνισων διαστάσεων Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ανισόδομος < αν- (στερητικό α-) + ισόδομος < ελληνιστική κοινή ἰσόδομος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανισόδομοςανισόδομηανισόδομο
Γενικήανισόδομουανισόδομηςανισόδομου
Αιτιατικήανισόδομοανισόδομηανισόδομο
Κλητικήανισόδομεανισόδομηανισόδομο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανισόδομοιανισόδομεςανισόδομα
Γενικήανισόδομωνανισόδομωνανισόδομων
Αιτιατικήανισόδομουςανισόδομεςανισόδομα
Κλητικήανισόδομοιανισόδομεςανισόδομα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →