Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ισόδομος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. αρχιτεκτονικήγια τοιχοποιία που έχει φτιαχτεί με λίθους ίσων διαστάσεων Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ισόδομος < ελληνιστική κοινή ἰσόδομος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήισόδομοςισόδομηισόδομο
Γενικήισόδομουισόδομηςισόδομου
Αιτιατικήισόδομοισόδομηισόδομο
Κλητικήισόδομεισόδομηισόδομο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήισόδομοιισόδομεςισόδομα
Γενικήισόδομωνισόδομωνισόδομων
Αιτιατικήισόδομουςισόδομεςισόδομα
Κλητικήισόδομοιισόδομεςισόδομα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →