Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανισότητα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. το να είναι κάποιος άνισος, η ιδιότητα του άνισου Βικιλεξικό
    • Εφόσον προφανώς όλοι οι κρίσιμοι παράγοντες θυμούνται διαρκώς ότι η κοινωνία έχει σωρευτική κόπωση, φοβάται τις αλλαγές που συντελούνται στη διαστρωμάτωσή της και προβάλλει διαρκώς το αίτημα για συμπεριληπτικότητα, για έγκαιρη και αποτελεσματική αντιμετώπιση των νέων ανισοτήτων, πολλές από τις οποίες είναι κραυγαλέες. (Ιστορίες της Μεταπολίτευσης, (συλλογικό έργο, επιμελητές Κώστας Κωστής, Σωτήρης Ριζάς, εκδ. Πατάκης, 2025, σελ. 24)

Ετυμολογία

ανισότητα < αρχαία ελληνική ἀνισότης

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήανισότηταανισότητες
Γενικήανισότηταςανισοτήτων
Αιτιατικήανισότηταανισότητες
Κλητικήανισότηταανισότητες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →