ισότητα
•
- η σχέση δύο πραγμάτων που είναι ή θεωρούνται ίσα Βικιλεξικό
- μαθηματικάη σχέση μεταξύ δύο ίσων αριθμών ή γενικότερα μεταξύ δύο μαθηματικών οντοτήτων (συμβολίζεται με το σύμβολο =) Βικιλεξικό
- ισονομία, δικαιοσύνη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ισότητα < αρχαία ελληνική ἰσότης < ἴσος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ισότητα | ισότητες |
| Γενική | ισότητας | ισοτήτων |
| Αιτιατική | ισότητα | ισότητες |
| Κλητική | ισότητα | ισότητες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →