ανισόχρονος
•
- που συμβαίνει ή γίνεται σε άνισο χρονικό διάστημα με κάτι άλλο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ανισόχρονος < ελληνιστική κοινή ἀνισόχρονος < ἀν- στερητικό (αν-) + ἰσόχρονος < αρχαία ελληνική ἴσος + χρόνος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ανισόχρονος | ανισόχρονη | ανισόχρονο |
| Γενική | ανισόχρονου | ανισόχρονης | ανισόχρονου |
| Αιτιατική | ανισόχρονο | ανισόχρονη | ανισόχρονο |
| Κλητική | ανισόχρονε | ανισόχρονη | ανισόχρονο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ανισόχρονοι | ανισόχρονες | ανισόχρονα |
| Γενική | ανισόχρονων | ανισόχρονων | ανισόχρονων |
| Αιτιατική | ανισόχρονους | ανισόχρονες | ανισόχρονα |
| Κλητική | ανισόχρονοι | ανισόχρονες | ανισόχρονα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →