Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χρόνος

/ˈxɾo.nos/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. στον ενικόεξέλιξη, διαδοχή, ροή των γεγονότων στο παρόν, το παρελθόν και το μέλλον Βικιλεξικό
    • Ο χρόνος κυλάει αδιάκοπα και αναπότρεπτα.
    • γιατί άπιστος κρέμεται ο Χρόνος στον άνθρωπο επάνω και της ζωής κλωθοστρίβει τους δρόμους (απόδοση Γρυπάρη, Πίνδαρος, Ισθμιονίκης VIII)
    • Άκουσε ο λόγος είναι των στερνών η φρόνηση Κι ο χρόνος γλύπτης των ανθρώπων παράφορος Κι ο ήλιος στέκεται από πάνω του θηρίο ελπίδας Κι εσύ πιο κοντά του σφίγγεις έναν έρωτα Έχοντας μια πικρή γεύση τρικυμίας στα χείλη.
  2. στον ενικόχρονική διάρκεια Βικιλεξικό
    • Δεν έχω πολύ χρόνο στη διάθεσή μου.
    • Έχεις χρόνο να τα πούμε μετά;
  3. με πληθυντικόημερομηνία ή χρονολογία Βικιλεξικό
  4. με πληθυντικόη ιστορική περίοδος Βικιλεξικό
    • στα βυζαντινά χρόνια / στους βυζαντινούς χρόνους
  5. με πληθυντικό μόνον ουδέτεροη περίοδος δώδεκα μηνών, το έτος, η χρονιά Βικιλεξικό
    • Πόσα χρόνια έχουμε να ιδωθούμε!
    • Ένας χρόνος πέρασε από τότε που συναντηθήκαμε για τελευταία φορά.
  6. με πληθυντικό μόνον ουδέτεροδιδακτικό έτος εννέα περίπου μηνών, σχολική χρονιά Βικιλεξικό
  7. με πληθυντικό μόνον ουδέτεροη ηλικία Βικιλεξικό
    • Να 'χα τα χρόνια σου! (να ήμουν νέος σαν κι εσένα)
  8. με γενική πληθυντικούμονάδα μέτρησης της ηλικίας Βικιλεξικό
    • Το παιδί έγινε κιόλας δύο χρονών.
    • ένας νέος είκοσι χρόνων
  9. με πληθυντικό μόνον αρσενικότο χρονικό διάστημα μέσα στο οποίο ένας αθλητής ολοκληρώνει την προσπάθειά του Βικιλεξικό
    • Ο δρομέας κάλυψε την απόσταση σε χρόνο ρεκόρ.
  10. με πληθυντικό μόνον αρσενικόφάση μιας διαδικασίας Βικιλεξικό
    • Ο τετράχρονος κινητήρας ολοκληρώνει έναν κύκλο σε τέσσερις χρόνους.
  11. με πληθυντικό μόνον αρσενικόρηματικός τύπος που φανερώνει πότε γίνεται αυτό που σημαίνει το ρήμα Βικιλεξικό
    • Ο ενεστώτας χρόνος δηλώνει μια πράξη που γίνεται στο παρόν.
  12. με πληθυντικό μόνον αρσενικόη ελάχιστη μετρική μονάδα στην αρχαία ελληνική μετρική, που στηρίζεται στην προσωδία Βικιλεξικό
  13. με πληθυντικό μόνον αρσενικόμονάδα μέτρησης της χρονικής διάρκειας ενός ήχου (φθόγγου) ή παύσης όπως ορίζεται από τη μουσική σημειογραφία Βικιλεξικό
    • Να μετράς τους χρόνους για κάθε αξία: τέσσερις για το ολόκληρο, δύο για το μισό.
  14. με πληθυντικό μόνον αρσενικόη ρυθμική οργάνωση της μουσικής σε ισόχρονες διαδοχικές κινήσεις· γράφεται στη μουσική σημειογραφία ως κλάσμα αριθμού κινήσεων προς τις διάρκειες αξιών Βικιλεξικό
    • Το βαλς είναι χορός σε τρεις χρόνους· μετριέται σε τρία τέταρτα 3/4.

Ετυμολογία

χρόνος < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική χρόνος

Άλλοι τύποι

χρόνεχρόνιαχρόνοχρόνοιχρόνουχρόνουςχρόνων

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →