ανοδικός
•
- που κινείται προς τα πάνω Βικιλεξικό
- φυσικήπου έχει σχέση με την άνοδο ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ανοδικός < άνοδ(ος) + -ικός < αρχαία ελληνική ἄνοδος < ἀν- (ἀνά) + ὁδός : για τη φυσική < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική anodic < anode < αρχαία ελληνική ἄνοδος < ὁδός)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ανοδικός | ανοδική | ανοδικό |
| Γενική | ανοδικού | ανοδικής | ανοδικού |
| Αιτιατική | ανοδικό | ανοδική | ανοδικό |
| Κλητική | ανοδικέ | ανοδική | ανοδικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ανοδικοί | ανοδικές | ανοδικά |
| Γενική | ανοδικών | ανοδικών | ανοδικών |
| Αιτιατική | ανοδικούς | ανοδικές | ανοδικά |
| Κλητική | ανοδικοί | ανοδικές | ανοδικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →