Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανοδικός

/a.no.ðiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που κινείται προς τα πάνω Βικιλεξικό
  2. φυσικήπου έχει σχέση με την άνοδο ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ανοδικός < άνοδ(ος) + -ικός < αρχαία ελληνική ἄνοδος < ἀν- (ἀνά) + ὁδός : για τη φυσική < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική anodic < anode < αρχαία ελληνική ἄνοδος < ὁδός)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανοδικόςανοδικήανοδικό
Γενικήανοδικούανοδικήςανοδικού
Αιτιατικήανοδικόανοδικήανοδικό
Κλητικήανοδικέανοδικήανοδικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανοδικοίανοδικέςανοδικά
Γενικήανοδικώνανοδικώνανοδικών
Αιτιατικήανοδικούςανοδικέςανοδικά
Κλητικήανοδικοίανοδικέςανοδικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →