καθοδικός
•
- έχει κατεύθυνση προς τα κάτω Βικιλεξικό
- η επίδοσή του στα διαγνωνίσματα παρουσιάζει καθοδική πορεία
- που έχει κατεύνθση προς το κέντρο της πόλης ή προς τη θάλασσα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καθοδικός < κάθοδ(ος) + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | καθοδικός | καθοδική | καθοδικό |
| Γενική | καθοδικού | καθοδικής | καθοδικού |
| Αιτιατική | καθοδικό | καθοδική | καθοδικό |
| Κλητική | καθοδικέ | καθοδική | καθοδικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | καθοδικοί | καθοδικές | καθοδικά |
| Γενική | καθοδικών | καθοδικών | καθοδικών |
| Αιτιατική | καθοδικούς | καθοδικές | καθοδικά |
| Κλητική | καθοδικοί | καθοδικές | καθοδικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →