Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καθοδικός

/ka.θo.ðiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. έχει κατεύθυνση προς τα κάτω Βικιλεξικό
    • η επίδοσή του στα διαγνωνίσματα παρουσιάζει καθοδική πορεία
  2. που έχει κατεύνθση προς το κέντρο της πόλης ή προς τη θάλασσα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

καθοδικός < κάθοδ(ος) + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκαθοδικόςκαθοδικήκαθοδικό
Γενικήκαθοδικούκαθοδικήςκαθοδικού
Αιτιατικήκαθοδικόκαθοδικήκαθοδικό
Κλητικήκαθοδικέκαθοδικήκαθοδικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκαθοδικοίκαθοδικέςκαθοδικά
Γενικήκαθοδικώνκαθοδικώνκαθοδικών
Αιτιατικήκαθοδικούςκαθοδικέςκαθοδικά
Κλητικήκαθοδικοίκαθοδικέςκαθοδικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →