Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανοικοδομητικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την ανοικοδόμηση ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ανοικοδομητικός < ανοικοδομώ + -τικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανοικοδομητικόςανοικοδομητικήανοικοδομητικό
Γενικήανοικοδομητικούανοικοδομητικήςανοικοδομητικού
Αιτιατικήανοικοδομητικόανοικοδομητικήανοικοδομητικό
Κλητικήανοικοδομητικέανοικοδομητικήανοικοδομητικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανοικοδομητικοίανοικοδομητικέςανοικοδομητικά
Γενικήανοικοδομητικώνανοικοδομητικώνανοικοδομητικών
Αιτιατικήανοικοδομητικούςανοικοδομητικέςανοικοδομητικά
Κλητικήανοικοδομητικοίανοικοδομητικέςανοικοδομητικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →