ανοικοδομητικός
•
- που έχει σχέση με την ανοικοδόμηση ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ανοικοδομητικός < ανοικοδομώ + -τικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ανοικοδομητικός | ανοικοδομητική | ανοικοδομητικό |
| Γενική | ανοικοδομητικού | ανοικοδομητικής | ανοικοδομητικού |
| Αιτιατική | ανοικοδομητικό | ανοικοδομητική | ανοικοδομητικό |
| Κλητική | ανοικοδομητικέ | ανοικοδομητική | ανοικοδομητικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ανοικοδομητικοί | ανοικοδομητικές | ανοικοδομητικά |
| Γενική | ανοικοδομητικών | ανοικοδομητικών | ανοικοδομητικών |
| Αιτιατική | ανοικοδομητικούς | ανοικοδομητικές | ανοικοδομητικά |
| Κλητική | ανοικοδομητικοί | ανοικοδομητικές | ανοικοδομητικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →