Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

οικοδομώ

/i.ko.ðoˈmo/ρήμα
•
  1. χτίζω ένα οικοδόμημα, ένα κτίσμα Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάαναπτύσσω μια σχέση, μια άποψη κ.λπ. Βικιλεξικό

Ετυμολογία

οικοδομώ < αρχαία ελληνική οἰκοδομέω / οἰκοδομῶ < οἶκος + δομέω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςοικοδομώοικοδομείςοικοδομείοικοδομούμεοικοδομείτεοικοδομούν / οικοδομούνε
Παρατατικόςοικοδομούσαοικοδομούσεςοικοδομούσεοικοδομούσαμεοικοδομούσατεοικοδομούσαν / οικοδομούσανε
Αόριστοςοικοδόμησαοικοδόμησεςοικοδόμησεοικοδομήσαμεοικοδομήσατεοικοδομήσαν / οικοδομήσανε / οικοδόμησαν
Μέλλονταςθα οικοδομήσω / θα οικοδομώθα οικοδομήσεις / θα οικοδομείςθα οικοδομήσει / θα οικοδομείθα οικοδομήσουμε / θα οικοδομούμεθα οικοδομήσετε / θα οικοδομείτεθα οικοδομήσουν / θα οικοδομήσουνε / θα οικοδομούν / θα οικοδομούνε
Παρακείμενοςέχω οικοδομήσειέχεις οικοδομήσειέχει οικοδομήσειέχουμε οικοδομήσειέχετε οικοδομήσει—
Υπερσυντέλικοςείχα οικοδομήσειείχες οικοδομήσειείχε οικοδομήσειείχαμε οικοδομήσει——
Υποτακτικήνα έχω οικοδομήσει / να οικοδομήσω / να οικοδομώνα έχεις οικοδομήσει / να οικοδομήσεις / να οικοδομείςνα έχει οικοδομήσει / να οικοδομήσει / να οικοδομείνα έχουμε οικοδομήσει / να οικοδομήσουμε / να οικοδομούμενα έχετε οικοδομήσει / να οικοδομήσετε / να οικοδομείτενα οικοδομήσουν / να οικοδομήσουνε / να οικοδομούν / να οικοδομούνε
Προστακτική—οικοδόμει / οικοδόμησε——οικοδομήστε / οικοδομείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →