οικοδομώ
•
- χτίζω ένα οικοδόμημα, ένα κτίσμα Βικιλεξικό
- μεταφορικάαναπτύσσω μια σχέση, μια άποψη κ.λπ. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
οικοδομώ < αρχαία ελληνική οἰκοδομέω / οἰκοδομῶ < οἶκος + δομέω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | οικοδομώ | οικοδομείς | οικοδομεί | οικοδομούμε | οικοδομείτε | οικοδομούν / οικοδομούνε |
| Παρατατικός | οικοδομούσα | οικοδομούσες | οικοδομούσε | οικοδομούσαμε | οικοδομούσατε | οικοδομούσαν / οικοδομούσανε |
| Αόριστος | οικοδόμησα | οικοδόμησες | οικοδόμησε | οικοδομήσαμε | οικοδομήσατε | οικοδομήσαν / οικοδομήσανε / οικοδόμησαν |
| Μέλλοντας | θα οικοδομήσω / θα οικοδομώ | θα οικοδομήσεις / θα οικοδομείς | θα οικοδομήσει / θα οικοδομεί | θα οικοδομήσουμε / θα οικοδομούμε | θα οικοδομήσετε / θα οικοδομείτε | θα οικοδομήσουν / θα οικοδομήσουνε / θα οικοδομούν / θα οικοδομούνε |
| Παρακείμενος | έχω οικοδομήσει | έχεις οικοδομήσει | έχει οικοδομήσει | έχουμε οικοδομήσει | έχετε οικοδομήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα οικοδομήσει | είχες οικοδομήσει | είχε οικοδομήσει | είχαμε οικοδομήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω οικοδομήσει / να οικοδομήσω / να οικοδομώ | να έχεις οικοδομήσει / να οικοδομήσεις / να οικοδομείς | να έχει οικοδομήσει / να οικοδομήσει / να οικοδομεί | να έχουμε οικοδομήσει / να οικοδομήσουμε / να οικοδομούμε | να έχετε οικοδομήσει / να οικοδομήσετε / να οικοδομείτε | να οικοδομήσουν / να οικοδομήσουνε / να οικοδομούν / να οικοδομούνε |
| Προστακτική | — | οικοδόμει / οικοδόμησε | — | — | οικοδομήστε / οικοδομείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →