Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανοικοκύρευτος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν έχει νοικοκυρευτεί Βικιλεξικό
  2. που δεν έχει τακτοποιηθεί Βικιλεξικό
  3. μεταφορικάπου δεν έχει παντρευτεί Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ανοικοκύρευτος < α- + νοικοκυρεύω + -τος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανοικοκύρευτοςανοικοκύρευτηανοικοκύρευτο
Γενικήανοικοκύρευτουανοικοκύρευτηςανοικοκύρευτου
Αιτιατικήανοικοκύρευτοανοικοκύρευτηανοικοκύρευτο
Κλητικήανοικοκύρευτεανοικοκύρευτηανοικοκύρευτο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανοικοκύρευτοιανοικοκύρευτεςανοικοκύρευτα
Γενικήανοικοκύρευτωνανοικοκύρευτωνανοικοκύρευτων
Αιτιατικήανοικοκύρευτουςανοικοκύρευτεςανοικοκύρευτα
Κλητικήανοικοκύρευτοιανοικοκύρευτεςανοικοκύρευτα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →