νοικοκυρεύω
•
- καθαρίζω και τακτοποιώ ένα χώρο και τα πράγματα που βρίσκονται σε αυτόν Βικιλεξικό
- βάζω σε τάξη, οργανώνω Βικιλεξικό
- εξασφαλίζω άνετη και τακτοποιημένη ζωή σε κάποιον Βικιλεξικό
- μεταφορικάκλέβω από κάποιον Βικιλεξικό
Ετυμολογία
νοικοκυρεύω < είτε νοικοκύρ(ης) + -εύω, όπως και η μεσαιωνική ελληνική οἰκοκυρεύω είτε κληρονομημένο από τη μεσαιωνική ελληνική νοικοκυρεύω, μορφή του οἰκοκυρεύω.
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | νοικοκυρεύω | νοικοκυρεύεις | νοικοκυρεύει | νοικοκυρεύουμε | νοικοκυρεύετε | νοικοκυρεύουν / νοικοκυρεύουνε |
| Παρατατικός | νοικοκύρευα | νοικοκύρευες | νοικοκύρευε | νοικοκυρεύαμε | νοικοκυρεύατε | νοικοκυρεύαν / νοικοκυρεύανε / νοικοκύρευαν |
| Αόριστος | νοικοκύρεψα | νοικοκύρεψες | νοικοκύρεψε | νοικοκυρέψαμε | νοικοκυρέψατε | νοικοκυρέψαν / νοικοκυρέψανε / νοικοκύρεψαν |
| Μέλλοντας | θα νοικοκυρέψω / θα νοικοκυρεύω | θα νοικοκυρέψεις / θα νοικοκυρεύεις | θα νοικοκυρέψει / θα νοικοκυρεύει | θα νοικοκυρέψουμε / θα νοικοκυρεύουμε | θα νοικοκυρέψετε / θα νοικοκυρεύετε | θα νοικοκυρέψουν / θα νοικοκυρέψουνε / θα νοικοκυρεύουν / θα νοικοκυρεύουνε |
| Παρακείμενος | έχω νοικοκυρέψει | έχεις νοικοκυρέψει | έχει νοικοκυρέψει | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα νοικοκυρέψει | είχες νοικοκυρέψει | είχε νοικοκυρέψει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω νοικοκυρέψει / να νοικοκυρέψω / να νοικοκυρεύω | να έχεις νοικοκυρέψει / να νοικοκυρέψεις / να νοικοκυρεύεις | να έχει νοικοκυρέψει / να νοικοκυρέψει / να νοικοκυρεύει | να νοικοκυρέψουμε / να νοικοκυρεύουμε | να νοικοκυρέψετε / να νοικοκυρεύετε | να νοικοκυρέψουν / να νοικοκυρέψουνε / να νοικοκυρεύουν / να νοικοκυρεύουνε |
| Προστακτική | — | έχε νοικοκυρεμένο / νοικοκύρευε / νοικοκύρεψε | — | — | νοικοκυρέψτε / νοικοκυρεύετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
νοικοκυρεύτηκανοικοκυρεύομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →