Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανοιχτήρι

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. κουζινικάεργαλείο με το οποίο κάτι ανοίγουμε (μπουκάλια, φιάλες, κονσέρβες κ.ά.) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ανοιχτήρι < μεσαιωνική ελληνική ἀνοικτήριον < αρχαία ελληνική ἀνοίγω / ἀνοίγνυμι

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήανοιχτήριανοιχτήρια
Γενικήανοιχτηριούανοιχτηριών
Αιτιατικήανοιχτήριανοιχτήρια
Κλητικήανοιχτήριανοιχτήρια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →