Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανοίγω

/aˈni.ɣo/ρήμα
•
  1. μεταβατικόμετακινώ κάτι που εμποδίζει το πέρασμα από έναν χώρο σε έναν άλλο Βικιλεξικό
    • πάτα το κουμπί του θυροτηλέφωνου για να ανοίξεις την πόρτα
  2. μεταβατικόμετακινώ κάτι που εμποδίζει το πέρασμα από έναν χώρο σε έναν άλλο Βικιλεξικό
    • Κάποιος χτυπάει το κουδούνι. Άνοιξέ του!
  3. μεταβατικόμετακινώ κάτι που εμποδίζει το πέρασμα από έναν χώρο σε έναν άλλο Βικιλεξικό
    • η πόρτα άνοιξε
  4. μεταβατικόκάνω την απαραίτητη κίνηση ώστε να λειτουργήσει ένα αισθητήριο όργανο Βικιλεξικό
  5. μεταβατικόκάνω την απαραίτητη κίνηση ώστε να λειτουργήσει ένα αισθητήριο όργανο Βικιλεξικό
  6. μεταβατικόκάνω την απαραίτητη κίνηση ώστε να λειτουργήσει ένα αισθητήριο όργανο Βικιλεξικό
  7. μεταβατικόκάνω την απαραίτητη κίνηση ώστε να λειτουργήσει ένα αισθητήριο όργανο Βικιλεξικό
  8. μεταβατικόκάνω την απαραίτητη κίνηση ώστε να λειτουργήσει ένα αισθητήριο όργανο Βικιλεξικό
  9. μεταβατικόαπελευθερώνω την πρόσβαση σε έναν χώρο Βικιλεξικό
    • θα πάω να ανοίξω την αποθήκη για να αεριστεί λιγάκι
    • ανοίγω την ντουλάπα
    • ανοίγω το συρτάρι (τραβώντας το προς τα έξω)
    • χιόνισε πολύ αλλά τα γκρέιντερ της Νομαρχίας άνοιξαν τους δρόμους
    • ο δρόμος άνοιξε
  10. μεταβατικόαρχίζω να εργάζομαι και να εξυπηρετώ το κοινό Βικιλεξικό
    • οι τράπεζες δε θα ανοίξουν αύριο
  11. μεταβατικόξεκινώ μια καινούρια επιχείρηση ή υποκατάστημα Βικιλεξικό
    • η Τράπεζά μας θα ανοίξει ένα καινούριο υποκατάστημα στην πόλη σας
    • ακούστηκε ότι θα ανοίξει ένα νέο σουπερμάρκετ
  12. μεταβατικόξεκινώ, ενεργώ έτσι ώστε να ξεκινήσει μια διαδικασία Βικιλεξικό
    • άνοιξα μια συζήτηση για το περιβάλλον
    • το συνέδριο θα ανοίξει με την ομιλία του Προέδρου
  13. μεταβατικόγυρίζω έναν διακόπτη ώστε να αρχίσει η ροή σε ένα δίκτυο Βικιλεξικό
    • ανοίγω την τηλεόραση, τον υπολογιστή
  14. μεταβατικόαπομακρύνω μια μάζα υλικού ώστε να δημιουργηθεί ένα κενό ή ένα πέρασμα που δεν υπήρχε πριν Βικιλεξικό
    • με το τρυπάνι άνοιξε μερικές τρύπες στον τοίχο
    • το υπουργείο σχεδιάζει να ανοίξει δύο καινούργιους δρόμους στην περιοχή
    • σχεδιάζεται να ανοίξουν δύο νέοι δρόμοι στην περιοχή
    • ο φιλόσοφος αυτός άνοιξε νέους δρόμους με τη σκέψη του
  15. μεταβατικόαπλώνω, εκτείνω κάτι Βικιλεξικό
  16. κάνω την απαραίτητη κίνηση ώστε να αποκτήσω πρόσβαση στο εσωτερικό ενός πράγματος Βικιλεξικό
    • ας ανοίξουμε μια σαμπάνια για να γιορτάσουμε την επιστροφή σου!
  17. για βιβλίακάνω την απαραίτητη κίνηση ώστε να αποκτήσω πρόσβαση στο εσωτερικό ενός πράγματος Βικιλεξικό
    • διαβάζω: παράτα την τηλεόραση και άνοιξε κανένα βιβλίο!
  18. μεταβατικόκάνω την απαραίτητη κίνηση ώστε να αποκτήσω πρόσβαση στο εσωτερικό ενός πράγματος Βικιλεξικό
  19. μεταβατικόκάνω την απαραίτητη κίνηση ώστε να αποκτήσω πρόσβαση στο εσωτερικό ενός πράγματος Βικιλεξικό
  20. μεταβατικόκάνω την απαραίτητη κίνηση ώστε να αποκτήσω πρόσβαση στο εσωτερικό ενός πράγματος Βικιλεξικό
    • τον ανοίξανε και βρήκαν τους πνεύμονές του κατεστραμμένους
  21. αποκαλύπτω Βικιλεξικό
    • ανοίγω τα χαρτιά μου: φανερώνω τις προθέσεις μου
  22. για χρώματακάνω κάτι πιο ανοιχτόχρωμο Βικιλεξικό
  23. πληροφορικήενεργώ ώστε τα περιεχόμενα ενός αρχείου να γίνουν ορατά στον χρήστη Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ανοίγω < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ἀνοίγω < ἀνά + οἴγω (ανοίγω) / οἴγνυμι < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *h₃wóyg-os < *h₃weyg-

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςανοίγωανοίγειςανοίγειανοίγουμεανοίγετεανοίγουν / ανοίγουνε
Παρατατικόςάνοιγαάνοιγεςάνοιγεανοίγαμεανοίγατεάνοιγαν / ανοίγαν / ανοίγανε
Αόριστοςάνοιξαάνοιξεςάνοιξεανοίξαμεανοίξατεάνοιξαν / ανοίξαν / ανοίξανε
Μέλλονταςθα ανοίγω / θα ανοίξωθα ανοίγεις / θα ανοίξειςθα ανοίγει / θα ανοίξειθα ανοίγουμε / θα ανοίξουμεθα ανοίγετε / θα ανοίξετεθα ανοίγουν / θα ανοίγουνε / θα ανοίξουν / θα ανοίξουνε
Παρακείμενοςέχω ανοίξειέχεις ανοίξειέχει ανοίξειέχουμε ανοίξει——
Υπερσυντέλικοςείχα ανοίξειείχες ανοίξειείχε ανοίξειείχαμε ανοίξει——
Υποτακτικήνα έχω ανοίξει / να ανοίγω / να ανοίξωνα έχεις ανοίξει / να ανοίγεις / να ανοίξειςνα έχει ανοίξει / να ανοίγει / να ανοίξεινα έχουμε ανοίξει / να ανοίγουμε / να ανοίξουμενα ανοίγετε / να ανοίξετενα ανοίγουν / να ανοίγουνε / να ανοίξουν / να ανοίξουνε
Προστακτική—άνοιγε / άνοιξε——ανοίγετε / ανοίξτε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

ανοίγομαι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →