ανοίγω
•
- μεταβατικόμετακινώ κάτι που εμποδίζει το πέρασμα από έναν χώρο σε έναν άλλο Βικιλεξικό
- πάτα το κουμπί του θυροτηλέφωνου για να ανοίξεις την πόρτα
- μεταβατικόμετακινώ κάτι που εμποδίζει το πέρασμα από έναν χώρο σε έναν άλλο Βικιλεξικό
- Κάποιος χτυπάει το κουδούνι. Άνοιξέ του!
- μεταβατικόμετακινώ κάτι που εμποδίζει το πέρασμα από έναν χώρο σε έναν άλλο Βικιλεξικό
- η πόρτα άνοιξε
- μεταβατικόκάνω την απαραίτητη κίνηση ώστε να λειτουργήσει ένα αισθητήριο όργανο Βικιλεξικό
- μεταβατικόκάνω την απαραίτητη κίνηση ώστε να λειτουργήσει ένα αισθητήριο όργανο Βικιλεξικό
- μεταβατικόκάνω την απαραίτητη κίνηση ώστε να λειτουργήσει ένα αισθητήριο όργανο Βικιλεξικό
- μεταβατικόκάνω την απαραίτητη κίνηση ώστε να λειτουργήσει ένα αισθητήριο όργανο Βικιλεξικό
- μεταβατικόκάνω την απαραίτητη κίνηση ώστε να λειτουργήσει ένα αισθητήριο όργανο Βικιλεξικό
- μεταβατικόαπελευθερώνω την πρόσβαση σε έναν χώρο Βικιλεξικό
- θα πάω να ανοίξω την αποθήκη για να αεριστεί λιγάκι
- ανοίγω την ντουλάπα
- ανοίγω το συρτάρι (τραβώντας το προς τα έξω)
- χιόνισε πολύ αλλά τα γκρέιντερ της Νομαρχίας άνοιξαν τους δρόμους
- ο δρόμος άνοιξε
- μεταβατικόαρχίζω να εργάζομαι και να εξυπηρετώ το κοινό Βικιλεξικό
- οι τράπεζες δε θα ανοίξουν αύριο
- μεταβατικόξεκινώ μια καινούρια επιχείρηση ή υποκατάστημα Βικιλεξικό
- η Τράπεζά μας θα ανοίξει ένα καινούριο υποκατάστημα στην πόλη σας
- ακούστηκε ότι θα ανοίξει ένα νέο σουπερμάρκετ
- μεταβατικόξεκινώ, ενεργώ έτσι ώστε να ξεκινήσει μια διαδικασία Βικιλεξικό
- άνοιξα μια συζήτηση για το περιβάλλον
- το συνέδριο θα ανοίξει με την ομιλία του Προέδρου
- μεταβατικόγυρίζω έναν διακόπτη ώστε να αρχίσει η ροή σε ένα δίκτυο Βικιλεξικό
- ανοίγω την τηλεόραση, τον υπολογιστή
- μεταβατικόαπομακρύνω μια μάζα υλικού ώστε να δημιουργηθεί ένα κενό ή ένα πέρασμα που δεν υπήρχε πριν Βικιλεξικό
- με το τρυπάνι άνοιξε μερικές τρύπες στον τοίχο
- το υπουργείο σχεδιάζει να ανοίξει δύο καινούργιους δρόμους στην περιοχή
- σχεδιάζεται να ανοίξουν δύο νέοι δρόμοι στην περιοχή
- ο φιλόσοφος αυτός άνοιξε νέους δρόμους με τη σκέψη του
- μεταβατικόαπλώνω, εκτείνω κάτι Βικιλεξικό
- κάνω την απαραίτητη κίνηση ώστε να αποκτήσω πρόσβαση στο εσωτερικό ενός πράγματος Βικιλεξικό
- ας ανοίξουμε μια σαμπάνια για να γιορτάσουμε την επιστροφή σου!
- για βιβλίακάνω την απαραίτητη κίνηση ώστε να αποκτήσω πρόσβαση στο εσωτερικό ενός πράγματος Βικιλεξικό
- διαβάζω: παράτα την τηλεόραση και άνοιξε κανένα βιβλίο!
- μεταβατικόκάνω την απαραίτητη κίνηση ώστε να αποκτήσω πρόσβαση στο εσωτερικό ενός πράγματος Βικιλεξικό
- μεταβατικόκάνω την απαραίτητη κίνηση ώστε να αποκτήσω πρόσβαση στο εσωτερικό ενός πράγματος Βικιλεξικό
- μεταβατικόκάνω την απαραίτητη κίνηση ώστε να αποκτήσω πρόσβαση στο εσωτερικό ενός πράγματος Βικιλεξικό
- τον ανοίξανε και βρήκαν τους πνεύμονές του κατεστραμμένους
- αποκαλύπτω Βικιλεξικό
- ανοίγω τα χαρτιά μου: φανερώνω τις προθέσεις μου
- για χρώματακάνω κάτι πιο ανοιχτόχρωμο Βικιλεξικό
- πληροφορικήενεργώ ώστε τα περιεχόμενα ενός αρχείου να γίνουν ορατά στον χρήστη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ανοίγω < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ἀνοίγω < ἀνά + οἴγω (ανοίγω) / οἴγνυμι < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *h₃wóyg-os < *h₃weyg-
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ανοίγω | ανοίγεις | ανοίγει | ανοίγουμε | ανοίγετε | ανοίγουν / ανοίγουνε |
| Παρατατικός | άνοιγα | άνοιγες | άνοιγε | ανοίγαμε | ανοίγατε | άνοιγαν / ανοίγαν / ανοίγανε |
| Αόριστος | άνοιξα | άνοιξες | άνοιξε | ανοίξαμε | ανοίξατε | άνοιξαν / ανοίξαν / ανοίξανε |
| Μέλλοντας | θα ανοίγω / θα ανοίξω | θα ανοίγεις / θα ανοίξεις | θα ανοίγει / θα ανοίξει | θα ανοίγουμε / θα ανοίξουμε | θα ανοίγετε / θα ανοίξετε | θα ανοίγουν / θα ανοίγουνε / θα ανοίξουν / θα ανοίξουνε |
| Παρακείμενος | έχω ανοίξει | έχεις ανοίξει | έχει ανοίξει | έχουμε ανοίξει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ανοίξει | είχες ανοίξει | είχε ανοίξει | είχαμε ανοίξει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ανοίξει / να ανοίγω / να ανοίξω | να έχεις ανοίξει / να ανοίγεις / να ανοίξεις | να έχει ανοίξει / να ανοίγει / να ανοίξει | να έχουμε ανοίξει / να ανοίγουμε / να ανοίξουμε | να ανοίγετε / να ανοίξετε | να ανοίγουν / να ανοίγουνε / να ανοίξουν / να ανοίξουνε |
| Προστακτική | — | άνοιγε / άνοιξε | — | — | ανοίγετε / ανοίξτε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
ανοίγομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →