Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανομοιογενής

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που αποτελείται από στοιχεία ανόμοια μεταξύ τους ή που ανήκουν σε άλλο γένος ή είδος Βικιλεξικό
    • Το κοινό βέβαια ήταν κάπως ανομοιογενές, γιατί δίπλα στους «γιεγιέδες» καθόντουσαν οι δικοί μας βαρύθυμοι και όλο γκρίνια. (Διονύσης Σαββόπουλος, Γιατί τα χρόνια τρέχουν χύμα, εκδ. Πατάκης, 2025)

Ετυμολογία

ανομοιογενής < (ελληνιστική κοινή)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανομοιογενήςανομοιογενήςανομοιογενές
Γενικήανομοιογενούςανομοιογενούςανομοιογενούς
Αιτιατικήανομοιογενήανομοιογενήανομοιογενές
Κλητικήανομοιογενή / ανομοιογενήςανομοιογενήςανομοιογενές

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανομοιογενείςανομοιογενείςανομοιογενή
Γενικήανομοιογενώνανομοιογενώνανομοιογενών
Αιτιατικήανομοιογενείςανομοιογενείςανομοιογενή
Κλητικήανομοιογενείςανομοιογενείςανομοιογενή

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →