Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανομοιοκατάληκτος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. λογοτεχνίαστίχος που δεν έχει την ίδια κατάληξη με κάποιον άλλο Βικιλεξικό
    • Βασικά γνωρίσματα της καβαφικής ποίησης είναι η πεζολογία, η ιδιότυπη γλώσσα και η χρήση συμβόλων ... η πεζολογία επαληθεύεται από τον ανισοσύλλαβο και ανομοιοκατάληκτο στίχο (Ομάδα φιλολόγων της Ώθησης, Νεοελληνική λογοτεχνία, απαντήσεις, Εθνικές εξετάσεις 2012 https://www.othisi.gr/frontistirio/wp-content/uploads/2022/10/neoelliniki-logotechnia-theo-2012.pdf)

Ετυμολογία

ανομοιοκατάληκτος < (ελληνιστική κοινή) < ὁμοιοκατάληκτος < αρχαία ελληνική ὅμοιος + καταλήγω

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανομοιοκατάληκτοςανομοιοκατάληκτηανομοιοκατάληκτο
Γενικήανομοιοκατάληκτουανομοιοκατάληκτηςανομοιοκατάληκτου
Αιτιατικήανομοιοκατάληκτοανομοιοκατάληκτηανομοιοκατάληκτο
Κλητικήανομοιοκατάληκτεανομοιοκατάληκτηανομοιοκατάληκτο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανομοιοκατάληκτοιανομοιοκατάληκτεςανομοιοκατάληκτα
Γενικήανομοιοκατάληκτωνανομοιοκατάληκτωνανομοιοκατάληκτων
Αιτιατικήανομοιοκατάληκτουςανομοιοκατάληκτεςανομοιοκατάληκτα
Κλητικήανομοιοκατάληκτοιανομοιοκατάληκτεςανομοιοκατάληκτα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →