καταλήγω
•
- φτάνω στο τέρμα, τελειώνω σε ένα σημείο, σε κάποιο μέρος Βικιλεξικό
- Ξεκινήσαμε για τα Μεσόγεια με σκοπό να καταλήξουμε στο Σούνιο. (⌘ Διδώ Σωτηρίου, Εντολή, [μυθιστόρημα], 1976)
- μεταφορικάέχω μια συγκεκριμένη έκβαση, με θετικό ή αρνητικό αποτέλεσμα Βικιλεξικό
- μεταφορικάαποβαίνω, καταντάω, φτάνω σε μια κατάσταση μειωτική Βικιλεξικό
- γίνομαι κάτι διαφορετικό από ό,τι ήμουν προηγουμένως Βικιλεξικό
- και απρόσωπονα … (τρίτο πρόσωπο) Βικιλεξικό
- συμπεραίνω Βικιλεξικό
- καταλήγω στο συμπέρασμα ότι ισχύει
- γλωσσολογίατελειώνω, λήγω σε … (κάποια κατάληξη ή επίθημα) Βικιλεξικό
- επίσημοπεθαίνω Βικιλεξικό
- ο τραυματίας κατέληξε πριν φτάσει στο νοσοκομείο
Ετυμολογία
καταλήγω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική καταλήγω (τελειώνω) & σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική finir par, aboutir Συγχρονικά αναλύεται σε κατα- + λήγω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | καταλήγω | καταλήγεις | καταλήγει | καταλήγουμε | καταλήγετε | καταλήγουν / καταλήγουνε |
| Παρατατικός | κατέληγα | κατέληγες | κατέληγε | καταλήγαμε | καταλήγατε | κατέληγαν / καταλήγαν / καταλήγανε |
| Αόριστος | κατέληξα | κατέληξες | κατέληξε | καταλήξαμε | καταλήξατε | κατέληξαν / καταλήξαν / καταλήξανε |
| Μέλλοντας | θα καταλήγω / θα καταλήξω | θα καταλήγεις / θα καταλήξεις | θα καταλήγει / θα καταλήξει | θα καταλήγουμε / θα καταλήξουμε | θα καταλήγετε / θα καταλήξετε | θα καταλήγουν / θα καταλήγουνε / θα καταλήξουν / θα καταλήξουνε |
| Παρακείμενος | έχω καταλήξει | έχεις καταλήξει | έχει καταλήξει | έχουμε καταλήξει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα καταλήξει | είχες καταλήξει | είχε καταλήξει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω καταλήξει / να καταλήγω / να καταλήξω | να έχεις καταλήξει / να καταλήγεις / να καταλήξεις | να έχει καταλήξει / να καταλήγει / να καταλήξει | να έχουμε καταλήξει / να καταλήγουμε / να καταλήξουμε | να καταλήγετε / να καταλήξετε | να καταλήγουν / να καταλήγουνε / να καταλήξουν / να καταλήξουνε |
| Προστακτική | — | κατάληγε / κατάληξε | — | — | καταλήγετε / καταλήξτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →