Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανοργανωτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την ανοργανωσιά, αναφέρεται σ’ αυτή ή παρουσιάζει έλλειψη οργάνωσης Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ανοργανωτικός < αν- (στερητικό α-) + οργανωτικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανοργανωτικόςανοργανωτικήανοργανωτικό
Γενικήανοργανωτικούανοργανωτικήςανοργανωτικού
Αιτιατικήανοργανωτικόανοργανωτικήανοργανωτικό
Κλητικήανοργανωτικέανοργανωτικήανοργανωτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανοργανωτικοίανοργανωτικέςανοργανωτικά
Γενικήανοργανωτικώνανοργανωτικώνανοργανωτικών
Αιτιατικήανοργανωτικούςανοργανωτικέςανοργανωτικά
Κλητικήανοργανωτικοίανοργανωτικέςανοργανωτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →