ανοργανωτικός
•
- που έχει σχέση με την ανοργανωσιά, αναφέρεται σ’ αυτή ή παρουσιάζει έλλειψη οργάνωσης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ανοργανωτικός < αν- (στερητικό α-) + οργανωτικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ανοργανωτικός | ανοργανωτική | ανοργανωτικό |
| Γενική | ανοργανωτικού | ανοργανωτικής | ανοργανωτικού |
| Αιτιατική | ανοργανωτικό | ανοργανωτική | ανοργανωτικό |
| Κλητική | ανοργανωτικέ | ανοργανωτική | ανοργανωτικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ανοργανωτικοί | ανοργανωτικές | ανοργανωτικά |
| Γενική | ανοργανωτικών | ανοργανωτικών | ανοργανωτικών |
| Αιτιατική | ανοργανωτικούς | ανοργανωτικές | ανοργανωτικά |
| Κλητική | ανοργανωτικοί | ανοργανωτικές | ανοργανωτικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →