οργανώνω
•
- πραγματοποιώ κάτι έχοντας προηγουμένως σκεφτεί πολύ προσεκτικά κι έχοντας φροντίσει να γίνει σωστά Βικιλεξικό
- πληθυντικός Ο Γιάννης οργάνωσε ένα πάρτι στο σπίτι του για τα γενέθλιά του.
Ετυμολογία
οργανώνω < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ὀργαν(ῶ) / ὀργαν(όω) (κατασκευάζω) + -ώνω, σημασία μεσοπαθητικού τύπου ὀργανούμαι: προετοιμάζομαι, διαμορφώνομαι (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική organiser) → δείτε τη λέξη ὄργανον
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | οργανώνω | οργανώνεις | οργανώνει | οργανώνουμε | οργανώνετε | οργανώνουν / οργανώνουνε |
| Παρατατικός | οργάνωνα | οργάνωνες | οργάνωνε | οργανώναμε | οργανώνατε | οργάνωναν / οργανώναν / οργανώνανε |
| Αόριστος | οργάνωσα | οργάνωσες | οργάνωσε | οργανώσαμε | οργανώσατε | οργάνωσαν / οργανώσαν / οργανώσανε |
| Μέλλοντας | θα οργανώνω / θα οργανώσω | θα οργανώνεις / θα οργανώσεις | θα οργανώνει / θα οργανώσει | θα οργανώνουμε / θα οργανώσουμε | θα οργανώνετε / θα οργανώσετε | θα οργανώνουν / θα οργανώνουνε / θα οργανώσουν / θα οργανώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω οργανώσει | έχεις οργανώσει | έχει οργανώσει | έχουμε οργανώσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα οργανώσει | είχες οργανώσει | είχε οργανώσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω οργανώσει / να οργανώνω / να οργανώσω | να έχεις οργανώσει / να οργανώνεις / να οργανώσεις | να έχει οργανώσει / να οργανώνει / να οργανώσει | να έχουμε οργανώσει / να οργανώνουμε / να οργανώσουμε | να οργανώνετε / να οργανώσετε | να οργανώνουν / να οργανώνουνε / να οργανώσουν / να οργανώσουνε |
| Προστακτική | — | οργάνωνε / οργάνωσε | — | — | οργανώνετε / οργανώστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
οργανώθηκαοργανώνομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →