Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανοργασμικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν φτάνει σε οργασμό, που δεν έχει οργασμό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ανοργασμικός < αν- + οργασμικός < (ελληνιστική κοινή) < αρχαία ελληνική ὀργάω

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανοργασμικόςανοργασμικήανοργασμικό
Γενικήανοργασμικούανοργασμικήςανοργασμικού
Αιτιατικήανοργασμικόανοργασμικήανοργασμικό
Κλητικήανοργασμικέανοργασμικήανοργασμικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανοργασμικοίανοργασμικέςανοργασμικά
Γενικήανοργασμικώνανοργασμικώνανοργασμικών
Αιτιατικήανοργασμικούςανοργασμικέςανοργασμικά
Κλητικήανοργασμικοίανοργασμικέςανοργασμικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →