ανοργασμικός
•
- που δεν φτάνει σε οργασμό, που δεν έχει οργασμό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ανοργασμικός < αν- + οργασμικός < (ελληνιστική κοινή) < αρχαία ελληνική ὀργάω
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ανοργασμικός | ανοργασμική | ανοργασμικό |
| Γενική | ανοργασμικού | ανοργασμικής | ανοργασμικού |
| Αιτιατική | ανοργασμικό | ανοργασμική | ανοργασμικό |
| Κλητική | ανοργασμικέ | ανοργασμική | ανοργασμικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ανοργασμικοί | ανοργασμικές | ανοργασμικά |
| Γενική | ανοργασμικών | ανοργασμικών | ανοργασμικών |
| Αιτιατική | ανοργασμικούς | ανοργασμικές | ανοργασμικά |
| Κλητική | ανοργασμικοί | ανοργασμικές | ανοργασμικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →