οργασμός
•
- ιατρικήτο αποκορύφωμα της σεξουαλικής πράξης Βικιλεξικό
- φτάνω σε οργασμό
- μεταφορικάέντονη δραστηριότητα σε κάποιον τομέα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
οργασμός < αρχαία ελληνική ὀργασμός < ὀργάω-ῶ
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | οργασμός | οργασμοί |
| Γενική | οργασμού | οργασμών |
| Αιτιατική | οργασμό | οργασμούς |
| Κλητική | οργασμέ | οργασμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →