Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανορθόδοξος

/a.noɾˈθo.ðo.ksos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν γίνεται όπως συνήθως ή γίνεται με μη αποδεκτό τρόπο Βικιλεξικό
  2. θρησκείαπου δεν είναι ορθόδοξος (χριστιανός) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ανορθόδοξος, μαρτυρείται από το 1898 ως ἀνορθόδοξος < αν- στερητικό + ορθόδοξος, μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική unorthodox)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανορθόδοξοςανορθόδοξηανορθόδοξο
Γενικήανορθόδοξουανορθόδοξηςανορθόδοξου
Αιτιατικήανορθόδοξοανορθόδοξηανορθόδοξο
Κλητικήανορθόδοξεανορθόδοξηανορθόδοξο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανορθόδοξοιανορθόδοξεςανορθόδοξα
Γενικήανορθόδοξωνανορθόδοξωνανορθόδοξων
Αιτιατικήανορθόδοξουςανορθόδοξεςανορθόδοξα
Κλητικήανορθόδοξοιανορθόδοξεςανορθόδοξα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →