Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανοσιουργώ

ρήμα
•
  1. λόγιοφέρομαι ανόσια, διαπράττω ανόσιες πράξεις Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ανοσιουργώ < αρχαία ελληνική ἀνοσιουργέω / ἀνοσιουργῶ < ἀνοσιουργός < ἀνόσιος + ἔργον

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςανοσιουργώανοσιουργείςανοσιουργείανοσιουργούμεανοσιουργείτεανοσιουργούν / ανοσιουργούνε
Παρατατικόςανοσιουργούσαανοσιουργούσεςανοσιουργούσεανοσιουργούσαμεανοσιουργούσατεανοσιουργούσαν / ανοσιουργούσανε
Αόριστοςανοσιούργησαανοσιούργησεςανοσιούργησεανοσιουργήσαμεανοσιουργήσατεανοσιουργήσαν / ανοσιουργήσανε / ανοσιούργησαν
Μέλλονταςθα ανοσιουργήσω / θα ανοσιουργώθα ανοσιουργήσεις / θα ανοσιουργείςθα ανοσιουργήσει / θα ανοσιουργείθα ανοσιουργήσουμε / θα ανοσιουργούμεθα ανοσιουργήσετε / θα ανοσιουργείτεθα ανοσιουργήσουν / θα ανοσιουργήσουνε / θα ανοσιουργούν / θα ανοσιουργούνε
Παρακείμενοςέχω ανοσιουργήσειέχεις ανοσιουργήσειέχει ανοσιουργήσειέχουμε ανοσιουργήσειέχετε ανοσιουργήσει—
Υπερσυντέλικοςείχα ανοσιουργήσειείχες ανοσιουργήσειείχε ανοσιουργήσειείχαμε ανοσιουργήσει——
Υποτακτικήνα έχω ανοσιουργήσει / να ανοσιουργήσω / να ανοσιουργώνα έχεις ανοσιουργήσει / να ανοσιουργήσεις / να ανοσιουργείςνα έχει ανοσιουργήσει / να ανοσιουργήσει / να ανοσιουργείνα έχουμε ανοσιουργήσει / να ανοσιουργήσουμε / να ανοσιουργούμενα έχετε ανοσιουργήσει / να ανοσιουργήσετε / να ανοσιουργείτενα ανοσιουργήσουν / να ανοσιουργήσουνε / να ανοσιουργούν / να ανοσιουργούνε
Προστακτική—ανοσιούργει / ανοσιούργησε——ανοσιουργήστε / ανοσιουργείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →