ανοσιουργώ
•
- λόγιοφέρομαι ανόσια, διαπράττω ανόσιες πράξεις Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ανοσιουργώ < αρχαία ελληνική ἀνοσιουργέω / ἀνοσιουργῶ < ἀνοσιουργός < ἀνόσιος + ἔργον
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ανοσιουργώ | ανοσιουργείς | ανοσιουργεί | ανοσιουργούμε | ανοσιουργείτε | ανοσιουργούν / ανοσιουργούνε |
| Παρατατικός | ανοσιουργούσα | ανοσιουργούσες | ανοσιουργούσε | ανοσιουργούσαμε | ανοσιουργούσατε | ανοσιουργούσαν / ανοσιουργούσανε |
| Αόριστος | ανοσιούργησα | ανοσιούργησες | ανοσιούργησε | ανοσιουργήσαμε | ανοσιουργήσατε | ανοσιουργήσαν / ανοσιουργήσανε / ανοσιούργησαν |
| Μέλλοντας | θα ανοσιουργήσω / θα ανοσιουργώ | θα ανοσιουργήσεις / θα ανοσιουργείς | θα ανοσιουργήσει / θα ανοσιουργεί | θα ανοσιουργήσουμε / θα ανοσιουργούμε | θα ανοσιουργήσετε / θα ανοσιουργείτε | θα ανοσιουργήσουν / θα ανοσιουργήσουνε / θα ανοσιουργούν / θα ανοσιουργούνε |
| Παρακείμενος | έχω ανοσιουργήσει | έχεις ανοσιουργήσει | έχει ανοσιουργήσει | έχουμε ανοσιουργήσει | έχετε ανοσιουργήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ανοσιουργήσει | είχες ανοσιουργήσει | είχε ανοσιουργήσει | είχαμε ανοσιουργήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ανοσιουργήσει / να ανοσιουργήσω / να ανοσιουργώ | να έχεις ανοσιουργήσει / να ανοσιουργήσεις / να ανοσιουργείς | να έχει ανοσιουργήσει / να ανοσιουργήσει / να ανοσιουργεί | να έχουμε ανοσιουργήσει / να ανοσιουργήσουμε / να ανοσιουργούμε | να έχετε ανοσιουργήσει / να ανοσιουργήσετε / να ανοσιουργείτε | να ανοσιουργήσουν / να ανοσιουργήσουνε / να ανοσιουργούν / να ανοσιουργούνε |
| Προστακτική | — | ανοσιούργει / ανοσιούργησε | — | — | ανοσιουργήστε / ανοσιουργείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →