ανοσοθεραπευτικός
•
- ιατρικήπου έχει σχέση με την ανοσοθεραπεία ή αναφέρεται σ' αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ανοσοθεραπευτικός (νεολογισμός) < ανοσο- + θεραπευτικός (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική immunotherapeutic)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ανοσοθεραπευτικός | ανοσοθεραπευτική | ανοσοθεραπευτικό |
| Γενική | ανοσοθεραπευτικού | ανοσοθεραπευτικής | ανοσοθεραπευτικού |
| Αιτιατική | ανοσοθεραπευτικό | ανοσοθεραπευτική | ανοσοθεραπευτικό |
| Κλητική | ανοσοθεραπευτικέ | ανοσοθεραπευτική | ανοσοθεραπευτικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ανοσοθεραπευτικοί | ανοσοθεραπευτικές | ανοσοθεραπευτικά |
| Γενική | ανοσοθεραπευτικών | ανοσοθεραπευτικών | ανοσοθεραπευτικών |
| Αιτιατική | ανοσοθεραπευτικούς | ανοσοθεραπευτικές | ανοσοθεραπευτικά |
| Κλητική | ανοσοθεραπευτικοί | ανοσοθεραπευτικές | ανοσοθεραπευτικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →