Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανοσοθεραπευτικός

/a.no.so.θe.ɾaˈpi.a/επίθετο, αρσενικό
•
  1. ιατρικήπου έχει σχέση με την ανοσοθεραπεία ή αναφέρεται σ' αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ανοσοθεραπευτικός (νεολογισμός) < ανοσο- + θεραπευτικός (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική immunotherapeutic)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανοσοθεραπευτικόςανοσοθεραπευτικήανοσοθεραπευτικό
Γενικήανοσοθεραπευτικούανοσοθεραπευτικήςανοσοθεραπευτικού
Αιτιατικήανοσοθεραπευτικόανοσοθεραπευτικήανοσοθεραπευτικό
Κλητικήανοσοθεραπευτικέανοσοθεραπευτικήανοσοθεραπευτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανοσοθεραπευτικοίανοσοθεραπευτικέςανοσοθεραπευτικά
Γενικήανοσοθεραπευτικώνανοσοθεραπευτικώνανοσοθεραπευτικών
Αιτιατικήανοσοθεραπευτικούςανοσοθεραπευτικέςανοσοθεραπευτικά
Κλητικήανοσοθεραπευτικοίανοσοθεραπευτικέςανοσοθεραπευτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →