Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανοσοϊστοχημικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ιατρικήπου έχει σχέση με τον ιστοχημικό έλεγχο άνοσων νοσημάτων ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ανοσοϊστοχημικός < άνοσος + ιστοχημικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανοσοϊστοχημικόςανοσοϊστοχημικήανοσοϊστοχημικό
Γενικήανοσοϊστοχημικούανοσοϊστοχημικήςανοσοϊστοχημικού
Αιτιατικήανοσοϊστοχημικόανοσοϊστοχημικήανοσοϊστοχημικό
Κλητικήανοσοϊστοχημικέανοσοϊστοχημικήανοσοϊστοχημικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανοσοϊστοχημικοίανοσοϊστοχημικέςανοσοϊστοχημικά
Γενικήανοσοϊστοχημικώνανοσοϊστοχημικώνανοσοϊστοχημικών
Αιτιατικήανοσοϊστοχημικούςανοσοϊστοχημικέςανοσοϊστοχημικά
Κλητικήανοσοϊστοχημικοίανοσοϊστοχημικέςανοσοϊστοχημικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →