ανοφθαλμία
•
- πάθησηη εκ γενετής και για διάφορους λόγους έλλειψη του ενός ή και των δύο οφθαλμών κάποιου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ανοφθαλμία μαρτυρείται από το 1894 ως ἀνοφθαλμία < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική anophthalmia < αρχαία ελληνική ἀν- στερητικό, ὀφθαλμός. Μορφολογικά αναλύεται σε αν- στερητικό + -οφθαλμία < οφθαλμ(ός) + -ία.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ανοφθαλμία | ανοφθαλμίες |
| Γενική | ανοφθαλμίας | ανοφθαλμιών |
| Αιτιατική | ανοφθαλμία | ανοφθαλμίες |
| Κλητική | ανοφθαλμία | ανοφθαλμίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →