Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

οφθαλμός

/o.fθalˈmos/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. ανατομίατο μάτι, αισθητήριο όργανο της όρασης Βικιλεξικό
    • Η συγκεκριμένη κύλικα, που χρονολογείται μεταξύ του 530 και του 520 π.Χ., ονομάζεται συμβατικά «οφθαλμωτή» χάρη στους πελώριους οφθαλμούς, που κοσμούν εξωτερικά τις δύο πλευρές του αγγείου. Στους δύο μεγάλους οφθαλμούς έχει αποδοθεί αποτροπαϊκός συμβολισμός, που σχετίζεται με λαϊκές δοξασίες για το «κακό μάτι» και την αποτροπή της βασκανίας. («Οφθαλμωτή» κύλικα, Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης, cycladic.gr, ανακτήθηκε στις 4/7/2026 https://cycladic.gr/ebeiries/ofthalmoti-kylika/?srsltid=AfmBOoppM9E5qSOojVI_3eGHp1dwwrYPqZ4zEdJzQJsms3EwY5PcOEq7)
  2. βιολογίατο σημείο (μάτι) του φυτικού βλαστού από το οποίο θα αναπτυχθεί νέος βλαστός ή νέο άνθος Βικιλεξικό
  3. τυπογραφίαη ανάγλυφη επιφάνεια του γράμματος στο τυπογραφικό στοιχείο, χωρίς τις άνω και κάτω πατούρες του Βικιλεξικό

Ετυμολογία

οφθαλμός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ὀφθαλμός

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήοφθαλμόςοφθαλμοί
Γενικήοφθαλμούοφθαλμών
Αιτιατικήοφθαλμόοφθαλμούς
Κλητικήοφθαλμέοφθαλμοί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →