αντένδειξη
•
- Η αντίθετη ένδειξη, αυτή δηλαδή που οδηγεί σε αντίθετα συμπεράσματα. Βικιλεξικό
- Η περίσταση κατά την οποία δεν ενδείκνυται η χρησιμοποίηση κάποιου φαρμάκου. Βικιλεξικό
- Πριν από τη χρήση, διαβάστε προσεκτικά τις αντενδείξεις.
Ετυμολογία
αντένδειξη < από το μεσαιωνικό αντένδειξις < αντ- + ένδειξις
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αντένδειξη | αντενδείξεις |
| Γενική | αντένδειξης | αντενδείξεων |
| Αιτιατική | αντένδειξη | αντενδείξεις |
| Κλητική | αντένδειξη | αντενδείξεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →